Η διδασκαλία της Μηχανικής και της Αντοχής των Υλικών από Αξιωματικούς Μηχανικού

1. Εισαγωγικά

Ο όρος «Μηχανική» στην πρώιμη φάση λειτουργίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου δεν είναι μονοσήμαντα ορισμένος ούτε ταυτίζεται απόλυτα με την έννοια και το περιεχόμενο που του αποδίδεται σήμερα. Τούτο βέβαια συμβαίνει και στην υπόλοιπη Ευρώπη και είναι χαρακτηριστικό ότι κλασικά συγγράμματα Μηχανικής περιέχουν πέραν της ύλης της Μηχανικής είτε Στοιχεία Μηχανών και Μηχανουργίας είτε στοιχεία Οικοδομικής και Γεφυροδοποιίας. Ιδιαίτερα στην περίοδο βαυαρού λοχαγού Μηχανικού Τσέντνερ (1837-1843) αλλά ακόμα και στην περίοδο Καυταντζόγλου (1844-1862) ο όρος Μηχανική χρησιμοποιείται από κοινού με τους όρους «Ιχνογραφία Μηχανών», «Οικοδομική», «Εξήγηση Μηχανών και Οικοδομών» για την περιγραφή μαθημάτων που σήμερα θα μπορούσαν να ταυτισθούν με μαθήματα όπως τα «Στοιχεία Μηχανών», η «Μηχανουργία», τα «Τεχνικά Υλικά», η «Εφαρμοσμένη Μηχανική», η «Αναλυτική Μηχανική» και η «Αντοχή Υλικών».

Το συγκεκριμένο μάθημα δεν είχε τότε ούτε την αίγλη που αργότερα απέκτησε [περίοδος Τχη (ΜΧ) Σκαλιστήρη (1864-1873) και εντεύθεν] ούτε εθεωρείτο βασικό μάθημα για τις σπουδές στο Ίδρυμα. Σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι στην περίοδο Καυταντζόγλου το μάθημα επί πολλά ακαδημαϊκά έτη δεν περιλαμβάνεται στο Πρόγραμμα Σπουδών και όταν εισάγεται άλλοτε μεν δεν ορίζεται διδάσκων, άλλοτε δε ο διδάσκων είτε δεν αναλαμβάνει τα σχετικά καθήκοντα. Επίσης πρέπει να τονισθεί ότι το επίπεδο διδασκαλίας του μαθήματος ήταν για πολλά χρόνια στοιχειώδες, δεδομένου και του ελλιπούς υποβάθρου των σπουδαστών οι οποίοι ενεγράφοντο στο Σχολείο χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις προαπαιτουμένων γνώσεων.

Γενικά μπορεί να λεχθεί ότι η Μηχανική παρακολουθεί τις εναλλαγές στον προσανατολισμό του Σχολείου (πρακτική κατεύθυνση επί Τσέντνερ, καλλιτεχνική στροφή επί Καυταντζόγλου, έμφαση στις εφαρμοσμένες σπουδές επί Σκαλιστήρη, επάνοδος στον καλλιτεχνικό χαρακτήρα επί Αντωνοπούλου και Μαυρογιάννη κ.λπ.), οι οποίες εταλαιπώρησαν το Ίδρυμα μέχρι τον οριστικό διακανονισμό των σχέσεων μεταξύ του Σχολείου των Βιομηχάνων Τεχνών και της Σχολής Καλών Τεχνών, ο οποίος οριστικοποιήθηκε μόλις το 1910 με τον νόμο ΓΧΙΑ΄.

Η διδασκαλία της Μηχανικής στην πρώιμη περίοδο του Ιδρύματος είναι στενότατα συνυφασμένη με τη διδασκαλία των αντιστοίχων μαθημάτων στη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1837 μέχρι το 1874 το σύνολο των διδαξάντων τα σχετικά μαθήματα (με εξαίρεση τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Γ. Βούρη) είναι αξιωματικοί του Μηχανικού (Τσέντνερ, Κομνηνός, Βλάσης, Ηπίτης, Σκαλιστήρης, Σέχος, Αντωνόπουλος, Θεοφιλάς), εδίδαξαν δε για μικρά χρονικά διαστήματα μη δυνάμενοι επομένως να θέσουν οποιαδήποτε προσωπική σφραγίδα στο μάθημα αλλά και στο Ίδρυμα. Η διδασκαλία της Μηχανικής απογαλακτίζεται από τη Σχολή Ευελπίδων και αρχίζει να προσεγγίζει το σήμερα αποδιδόμενο στον όρο περιεχόμενο μόλις το 1874 όταν διορίζεται ο πρώτος καθηγητής των σχετικών μαθημάτων (Εφαρμοσμένης Μηχανικής και Αντίστασης της Ύλης), ο οποίος δεν προέρχεται από τη Σχολή Ευελπίδων: Πρόκειται για τον Αναστάσιο Σούλη, ο οποίος συγγράφει και τα πρώτα εγχειρίδια «Εφηρμοσμένης Μηχανικής» και «Περί Αντιστάσεως της Ύλης» για τους σπουδαστές του Ιδρύματος, προσφέρει δε τις υπηρεσίες του στο Ίδρυμα για περισσότερα από τριάντα πέντε χρόνια (!), θέτοντας τα θεμέλια για την ποιοτική αναβάθμιση της διδασκαλίας των μαθημάτων Μηχανικής.

2. Από την απελευθέρωση μέχρι την ίδρυση του ΕΜΠ (1828-1837)

Η πρώτη εμφάνιση τεχνικών σπουδών στη Νεώτερη Ελλάδα (για την εκπαίδευση κυρίως μαστόρων και πρωτομαστόρων οικοδόμων) ανάγεται στην πρώιμη περίοδο της διακυβέρνησης Καποδίστρια και μάλιστα πριν ακόμα ελευθερωθεί η Αθήνα και συσταθεί επίσημα το νέο ελληνικό κράτος.

Η πρώτη γραπτή αναφορά σε διδασκαλία Μηχανικής στην ιστορία της τεχνικής εκπαίδευσης στη Νεώτερη Ελλάδα συναντάται στο Πρόγραμμα Σπουδών του Στρατιωτικού Σχολείου που ίδρυσε ο Καποδίστριας (αρχικώς ως Λόχο Προγυμναστών στις 15 Ιουνίου του 1828 και στη συνέχεια στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους ως Λόχο των Ευελπίδων). Πράγματι, όπως αναφέρεται στην Πράξη του Κυβερνήτου 8683/12-01- 1829 (αλλά και στο Βασιλικό Διάταγμα ΒΔ/19-02-1834 με το οποίο αναδιοργανώθηκε το Σχολείο των Ευελπίδων σε ανώτερη στρατιωτική σχολή με οκτώ έτη φοίτησης), στην έβδομη και όγδοη τάξη οι σπουδαστές εδιδάσκοντο, πέραν των άλλων μαθημάτων και «Στατική και Μηχανική των Στερεών και των Ρευστών Σωμάτων».

Σημειώνεται ότι οι απόφοιτοι της Στρατιωτικής Σχολής ηδύναντο να μην ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία αλλά πολιτικό επάγγελμα ως μηχανικοί γεφυρών, κτιρίων, οδών κ.λπ. Με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίσθηκε το πρόβλημα εκπαίδευσης Μηχανικών ενώ προεβλέπετο η λειτουργία του Πανεπιστημίου ως Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών για την εκπαίδευση των Αρχιτεκτόνων. Απέμενε επομένως να λυθεί το πρόβλημα της εκπαίδευσης των ενδιαμέσων βαθμίδων (μεταξύ απλού εργάτη και μηχανικού), δεδομένου ότι το Σχολείο του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (που θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα) έπαυσε να λειτουργεί από το 1834.

Το πρόβλημα αυτό ακριβώς εκλήθη να επιλύσει, ως γνωστόν, η ίδρυση του «Bασιλικού Σχολείου των Tεχνών», του προδρόμου του ΕΜΠ.

3. Περίοδος Φρειδερίκου Τσέντνερ (1837-1843): Τα πρώτα βήματα

Ο λοχαγός του Μηχανικού Φρειδερίκος Τσέντνερ, ένας από τους Βαυαρούς τεχνοκράτες που ήρθαν στην Ελλάδα μαζί με το νεαρό βασιλιά Όθωνα προκειμένου να οργανώσουν το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος μετά την εθνική ανεξαρτησία, πρώτος διέβλεψε την ανάγκη ιδρύσεως σχολείου εκπαιδεύσεως τεχνιτών. Πολλά οφείλει το Ίδρυμα στις άοκνες προσπάθειες που κατέβαλε ο Τσέντνερ για την ίδρυση και λειτουργία του, ιδιαίτερα στα πρώτα εξαιρετικά δύσκολα και ασταθή βήματα της περιόδου 1837-1843.

Όπως προκύπτει και από την κατ’ επιταγή του Όθωνα διαταγή του Άρμανσμπεργκ (συμβούλου τότε του νεαρού βασιλέως) προς το Υπουργείο Στρατιωτικών της 11/01/1836, ο Τσέντνερ αποσπάσθηκε ουσιαστικά από την υπηρεσία του με σκοπό να εργασθεί απερίσπαστος για την ίδρυση του «Σχολείου Οικοδομικής» (ονομασία για το υπό ίδρυση σχολείο, η οποία εγκαταλείφθηκε πολύ σύντομα).

Πράγματι, οι εξαιρετικά εργώδεις προσπάθειες του Τσέντνερ απέδωσαν καρπούς και στις 31/12/1836 υπογράφεται από τον Όθωνα το ιδρυτικό διάταγμα της λειτουργίας του σχολείου χωρίς ωστόσο να αναφέρεται σ’ αυτό κάποια συγκεκριμένη ονομασία. Ως ημέρα πρώτης λειτουργίας του «Σχολείου Πολυτεχνικού» (πρώτη επίσημη ονομασία με ανάδοχο τον επί των εσωτερικών Γραμματέα της Επικρατείας Α. Πολυζωίδη) ορίζεται η 17/10/1837.

Το πρόγραμμα μαθημάτων της νηπιώδους αυτής περιόδου του Πολυτεχνικού Σχολείου (το οποίο λειτουργούσε αποκλειστικά και μόνον τις Κυριακές και τις αργίες) περιελάμβανε κατά το πρώτο έτος της λειτουργίας του Ιχνογραφία (μορφές ελευθέ- ρου και γραμμικού σχεδίου), Μαθηματικά (Αριθμητική μέχρι τη διαίρεση κλασμάτων και Στοιχειώδη Γεωμετρία), Προπλαστική και πρακτικές γνώσεις Χημείας. Ο ίδιος ο Τσέντνερ παρείχε εποπτική διδασκαλία τεχνικών κατασκευών στην περίφημη «Μηχα- νοθήκη» του. Σε κανένα έγγραφο δεν αναφέρεται διδασκαλία οποιασδήποτε μορφής Μηχανικής.

Ο όρος «Μηχανική» συναντάται για πρώτη φορά στο τρίτο ουσιαστικά έτος λειτουργίας του Σχολείου, όταν ο Τσέντνερ στις 31/12/1839 απευθυνόμενος προς τον Προϊστάμενο της Αυστριακής Αυτοκρατορικής και Βασιλικής Πολυτεχνικής Σχολής της Βιέννης (για να ζητήσει δωρεά εξοπλισμού) περιγράφει τον κανονισμό του Σχολείου και αναφέρει ως κύρια αντικείμενα διδασκαλίας την Ιχνογραφία, τα Μαθηματικά, τη Μηχανική, τη Χημεία, και επί πλέον την Προπλαστική, τη Γραφή και την Καλλιγραφία. Επισήμως ως μάθημα η Μηχανική εισάγεται μόλις το 1840 (όταν μετά από επίμονες προσπάθειες του Τσέντνερ αποφασίζεται να μετατραπεί το Σχολείο σε καθημερινό) στην αναφορά 529/16-12-1840 στην οποία ο Τσέντνερ παρουσιάζει το Πρόγραμμα Σπουδών του 1841. Στο σχέδιο αυτό εισάγεται για το Πολυτεχνικόν Σχολείον, το σχολείο δηλαδή το οποίο θα λειτουργούσε σε καθημερινή βάση, (όχι όμως και για το Σχολείον των Κυριακών) το μάθημα «Στοιχειώδης Μηχανική».

Το μάθημα αυτό είναι και το μόνο, από τα συνολικώς 24 του προγράμματος εκείνου, στο οποίο δεν αναφέρεται όνομα διδάσκοντος, εκφράζεται όμως η ευχή να αναλάβει τα σχετικά καθήκοντα καθηγητής της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου. Για τη διδασκαλία προβλέπονται 6 ώρες ανά εβδομάδα και η μηνιαία αμοιβή του διδάσκο- ντος ορίζεται σε 100 δραχμές. Για λόγους πληρότητας πρέπει να αναφερθεί ότι υπάρχει μικρή πιθανότητα να εδίδαξε (μεταβατικώς) το συγκεκριμένο μάθημα ο αξιωματικός του Μηχανικού Θεόδωρος Κομνηνός , ο οποίος από το 1837 είχε διορισθεί στο Πολυτεχνείο ως διδάσκαλος «των Μαθηματικών και της Μηχανικής».

Ως αποτέλεσμα της πολιτειακής αλλαγής της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 ο οραματιστής Τσέντνερ απομακρύνεται (ως Βαυαρός) από τη Διεύθυνση του Σχολείου και επιστρέφει στη Γερμανία. (Ως δείγμα της εξαιρετικής του αγάπης για την Ελλάδα αναφέρεται ότι μετά την επιστροφή του στη Γερμανία έγραψε ένα βιβλίο-ύμνο για τον φυσικό πλούτο της Ελλάδος. Το βιβλίο αυτό υπάρχει στην κρατική βιβλιοθήκη της Στουτγκάρδης). Ο Δήμος Αθηναίων για να τιμήσει τον Τσέντνερ έχει δώσει το όνομά του σε δρόμο στο 7ο δημοτικό διαμέρισμα ενώ το Ίδρυμά μας δεν έχει προβεί ακόμα σε ανάλογη ενέργεια προς τιμή του ουσιαστικού ιδρυτού του.

4. Περίοδος Λύσανδρου Καυταντζόγλου (1844-1862): H απαξίωση της Μηχανικής

Μετά την απομάκρυνση του Τσέντνερ η Διεύθυνση του Σχολείου ανατίθεται στον Λ. Καυταντζόγλου και οι υπάρχοντες διδάσκαλοι διαμορφώνουν το Πρόγραμμα Σπουδών για το έτος 1843-1844 με αρκετές αποκλίσεις από τα προβλεπόμενα από το διάταγμα του Όθωνα.

Ειδικότερα για τη Μηχανική, στο μεν «Σχολείον των Κυριακών» προβλέπεται η διδασκαλία του μαθήματος «Μηχανική» (μόλις μία διδακτική ώρα εβδομαδιαίως) στο δε «Σχολείον Καθημερινόν» του μαθήματος «Στοιχειώδης Μηχανική» (με δύο διδακτικές ώρες ανά εβδομάδα). Ως διδάσκων αμφοτέρων των μαθημάτων προβλέπεται από το Πρόγραμμα ο Π. Δάρβαρης ενώ στο πρόγραμμα υποσημειώνεται ότι «…το μάθημα τούτο (Μηχανική) συνέχεται με την πρακτική διδασκαλία επιτηδευμάτων εις εργοστάσια οσονούπω συστηθησόμενα εν τω Σχολείω».

Οι πληροφορίες που υπάρχουν για τον Π. Δάρβαρη είναι ελάχιστες. Εικάζεται ότι πρόκειται περί του Πέτρου Δάρβαρη, υιού του Νικολάου Δάρβαρη (από την Κλεισούρα της δυτικής Μακεδονίας), ευκατάστατου εμπόρου εγκατεστημένου στο Σεμλίνο της Ουγγαρίας από τα μέσα του 18ου αιώνα. Ο αδελφός του Δημήτριος Δάρβαρης υπήρξε λόγιος με ευρεία πανεπιστημιακή μόρφωση και σημαντικό συγγραφικό έργο (αποτελούμενο κυρίως από μεταφράσεις και άλλα εγχειρίδια εκπαιδευτικού χαρακτή- ρα), θεωρούμενος εκ των σημαντικών διδασκάλων του γένους 96 Beobachtungen des Jahres 1832».

Η γενικότερη παραμέληση των τεχνικών σπουδών στο «Βασιλικόν Σχολείον των Τεχνών» είχε ως αποτέλεσμα να εξοβελισθεί πλήρως η Μηχανική από το Πρόγραμμα Σπουδών. Από την παραίτηση του Βούρη (1847) μέχρι και το 1862 δεν εδιορίσθη διδάσκαλος Μηχανικής και το μάθημα δεν εδιδάσκετο. Τον Οκτώβριο του 1862 διορίζεται διδάσκαλος ενός «υβριδικού» μαθήματος, της «Φυσικομηχανικής», το οποίο για πρώτη φορά εμφανίζεται στην ιστορία του Σχολείου, ο λοχαγός του Μηχανικού Λεωνίδας Βλάσης σε αντικατάσταση του Βασιλείου Λάκωνος ο οποίος όμως εδίδασκε το μάθημα της «Φυσικής Πειραματικής» και η θητεία του είχε λήξει ήδη από το 1859 (!).

Γεννημένος στο Ναύπλιο το 1828 ο Βλάσης απεφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων καισυνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Ο Βλάσης εδίδαξε το μάθημα αυτό (του οποίου το περιεχόμενο δεν μας είναι γνωστό) για ελάχιστους μήνες δεδομένου ότι το Μάρτιο του 1863 απελύθη.. Θα επαναπροσληφθεί το επόμενο έτος ενώ το 1878 θα διορισθεί νομομηχανικός στη νεοσύστατη υπηρεσία Δημοσίων Έργων στην οποία διετέλεσε και διευθυντής το 1885.

5. Περίοδοι Μεσοβασιλείας (1862-1864) και Δημητρίου Σκαλιστήρη (1864-1873): Το νέο ξεκίνημα

Η έξωση του Όθωνα, στενού φίλου και προστάτη του Καυταντζόγλου, σε συνδυασμό με τις σφοδρές επικρίσεις που εδέχετο ο τελευταίος για τον τρόπο Διεύθυνσης του Σχολείου οδήγησε αναπόφευκτα στην απομάκρυνσή του από τη θέση του Διευθυντού. Η επαναστατική κυβέρνηση δεν όρισε αμέσως νέο διευθυντή και τα σχετικά καθήκοντα άσκησε επιτροπή με συντονιστή τον ταγματάρχη του Μηχανικού Γεράσιμο Μεταξά.

Η επιτροπή αυτή εισηγείται αναδιοργάνωση του Σχολείου και με το Θέσπισμα της 26/08/1863 «Περί νέου διοργανισμού και διευθύνσεως του Σχολείου των Τεχνών» το Πολυτεχνείο εισέρχεται σε μια νέα εποχή.

Το θέσπισμα της 26/08/1863 προβλέπει μεταξύ των μαθημάτων του «Καθημερινού Σχολείου» και το μάθημα «Αρχαί Στατικής και Θεωρητικής και Πρακτικής Μηχανικής». Ο όρος «Στατική» εμφανίζεται για πρώτη φορά. Υπάρχει και πάλι, όπως και στο διάταγμα του Όθωνα της 22/10/1843, σαφής αντιδιαστολή με τα μαθήματα του «Κυριακού Σχολείου» («Εξήγησις των χρησιμοτέρων μηχανών» και «Εξήγησις των οικοδομικών μερών»), τα οποία είναι σαφώς προσανατολισμένα σε «Μηχανουργία» και «Οικοδομική». Το θέσπισμα αναβαθμίζει σημαντικά το μάθημα της Μηχανικής είναι δε χαρακτηριστικό ότι στον προϋπολογισμό του κράτους για το 1864 προεβλέπετο επιμίσθιο για το διδάσκοντα το συγκεκριμένο μάθημα το ποσόν των 80 δρχ.

Αμέσως μετά την έκδοση του θεσπίσματος προσλαμβάνεται εκ νέου ο μόλις προ ολίγων μηνών απολυθείς λοχαγός του Μηχανικού Λεωνίδας Βλάσης (7 Σεπτεμβρίου 1863) και του ανατίθεται η διδασκαλία του νέου μαθήματος «Αρχαί Στατικής και Θεωρητικής και Πρακτικής Μηχανικής». Ο Βλάσης εδίδαξε το μάθημα μόλις επί ένα σχολικό έτος, δεδομένου ότι το Μάιο του 1864 απομακρύνθηκε εκ νέου από τη θέση του για άγνωστους αυτή τη φορά λόγους.

Μετά την απόλυση του Βλάση προσλαμβάνεται (Μάιος 1864) προσωρινώς ως διδάσκαλος του μαθήματος «Αρχαί Στατικής και Θεωρητικής και Πρακτικής Μηχανικής» ο λοχαγός του Μηχανικού Θεόδωρος Ηπίτης υιός του ιατρού και Θεόδωρος Π. Ηπίτης γνωστού Φιλικού Πέτρου Ηπίτη.

Ο Πέτρος Ηπίτης γεννήθηκε στην Πάργα το 1795 και εσπούδασε ιατρική και φιλοσοφία στο Βουκουρέστι και στη Βιέννη. Μετά τις σπουδές του εγκαταστάθηκε στην Οδησσό και το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Ήταν σύμβουλος του Α. Υψηλάντη, τον οποίο συνόδευσε το 1820 στην περιοδεία του στη Ρωσία και στην Ευρώπη, με σκοπό την ενίσχυση της φιλελληνικής κίνησης. Όταν επέστρεψε στην Οδησσό εξόπλισε ιδία δαπάνη πλοίο το οποίο διέθεσε στον Αγώνα.

Το 1830 ήλθε στην Ελλάδα, άσκησε την ιατρική και έγινε μέλος του Ιατρικού Συνεδρίου. Έγραψε: «Λοιμολογία ή περί πανώλους, προφυλάξεως και εξολοθρεύσεως αυτής» (1816), «Η πανώλης εις Πόρον» (1837) και άλλα συγγράμματα, τα οποία έμειναν ανέκδοτα. Υπήρξε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διετέλεσε από τους πρώτους δημοτικούς συμβούλους Αθηναίων (1835-1841). Πέθανε στην Αθήνα το 1861. Ο Θεόδωρος Ηπίτης έλαβε εγκύκλιες γνώσεις στην Ελβετία και εσπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή της Ρωσίας. Υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό μέχρι το 1848, οπότε ήλθε στην Ελλάδα και κατετάγη στο Μηχανικό. Είναι χαρακτηριστικό του αναβαθμισμένου πλέον ρόλου της Μηχανικής στο Πολυτεχνείο το γεγονός ότι στον Ηπίτη ανατίθενται ταυτοχρόνως και τα καθήκοντα του Διευθυντή του Σχολείου.

Ο Ηπίτης μεταξύ άλλων συνέγραψε και εγχειρίδιο «Δυναμικής», το οποίο δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί. Εδίδαξε το μάθημα της Μηχανικής για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι το Σεπτέμβριο του 1864 αντικαταστάθηκε τόσο στη διδασκαλία του μαθήματος όσο και στη Διεύθυνση του Σχολείου από τον επίσης λοχαγό του Μηχανικού Δημήτριο Σκαλιστήρη. Ο Θεόδωρος Ηπίτης πέθανε το 1887.

Ο Δημήτριος Σκαλιστήρης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1815, εσπούδασε Μηχανικός στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή Γεφυροδοποιίας στο Παρίσι. Ως υπολοχαγός ανέλαβε την τεχνική επίβλεψη σημαντικών δημοσίων έργων μεταξύ των οποίων και η εκβάθυνση του πορθμού του Ευρίπου και η κατασκευή της γέφυρας της Χαλκίδας (1854-1858). Μάλιστα, για τη συνεισφορά του στην ολοκλήρωση του έργου αυτού παρασημοφορήθηκε με το Σταυρό του Σωτήρος (ΒΔ/10-1-1858), ενώ οι εφημερίδες της εποχής εκθείαζαν το νεαρό μηχανικό: «Η διόρυξις του Ευρίπου είναι το πρώτον έργον Έλληνος μηχανικού άξιον να παραβληθή με ευρωπαϊκά έργα».

Με την ανάληψη των καθηκόντων του Διευθυντή του Σχολείου ο Σκαλιστήρης έθεσε ως βασικό στόχο του τη συνολική αναβάθμιση των σπουδών με έμφαση στις πρακτικές τέχνες. Με υπουργική διαταγή του 1867 (η οποία δυστυχώς δεν έχει σωθεί) αναδιοργανώνονται οι σπουδές και τo καθημερινό σχολείο μετονομάζεται σε «Βιοτεχνική Σχολή» η οποία διαιρείται σε τρεις κλάδους: Μηχανουργίας, Αρχιτεκτονικής και Χωρομετρίας. Παράλληλα οργανώνονται σε επιστημονική βάση το Μηχανουργείο και το Τηλεγραφικό Εργοστάσιο. Ταυτοχρόνως αυξάνεται η διάρκεια των σπουδών σε τέσσερα έτη για τους Αρχιτέκτονες και τους Χωρομέτρες και σε πέντε έτη για τον κλάδο των Μηχανικών ενώ ο αριθμός των σπουδαστών ελαττώνεται σημαντικά, δείγμα και αυτό του υψηλοτέρου επιπέδου σπουδών. Συνοπτικά μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί ότι στην περίοδο Σκαλιστήρη το Πολυτεχνείο μεταβαίνει στη δεύτερη περίοδο της ιστορίας του και μετατρέπεται από κατώτερο σχολείο σε «… σχολείο μέσης τεχνικής μορφώσεως τόσον πρακτικής όσον και θεωρητικής».

Ο Σκαλιστήρης εδίδαξε ο ίδιος το μάθημα της Μηχανικής και της Στατικής μέχρι το 1869 οπότε ανέλαβε το μάθημα της Γεφυροδοποιίας. Ως διάδοχός του για τη διδασκαλία της Μηχανικής προσλαμβάνεται, τον Απρίλιο του 1869, ο επίσης λοχαγός του Μηχανικού Ιωάννης Σέχος. Ο Σκαλιστήρης διετήρησε τη Διεύθυνση του Σχολείου μέχρι το 1873 οπότε ανέλαβε τη Διεύθυνση του νεοσύστατου Τμήματος Δημοσίων Έργων στο υπουργείο Εσωτερικών. Συνέχισε ωστόσο να διδάσκει το μάθημα της Γεφυροδοποιίας μέχρι το θάνατό του το 1883.

Ο διάδοχος του Σκαλιστήρη στη διδασκαλία της Μηχανικής Ιωάννης Σέχος, έλκει την καταγωγή του από το Σούλι αλλά γεννήθηκε στον Ποταμό της Κέρκυρας το 1828. Η οικογένεια του Σέχου, καπεταναίων του Σουλίου, έλαβε ενεργό μέρος στον αγώνα για την εθνική παλιγγενεσία και έδωσε πολλά θύματα. Κυρίαρχη μορφή η ηρωική Δέσποινα Σέχου, η οποία μετά την πολιορκία του Σουλίου και την εγκατάλειψη τούτου από τους κατοίκους του στις 15 Δεκεμβρίου του 1803, κινήθηκε με πολλά γυναικόπαιδά τους προς την Πάργα. Διωκόμενη από τους Τούρκους μαζί με τις δυο κόρες της, τις δυο νύφες της και τα έξι εγγόνια της, κατέφυγε στον πύργο του Δημουλά, απ’ όπου συνέχισε να πολεμάει.

Όταν έπαψε να υπάρχει οποιαδήποτε ελπίδα σωτήριας επέλεξε, ανήμερα Xριστουγέννων, μαζί με τα παιδιά και τα εγγόνια της, αντί της σκλαβιάς το θάνατο. Έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και όλοι έφυγαν από τη ζωή παρασέρνοντας στο θάνατο και τους Tούρκους που είχαν αρχίσει να εισέρχονται στον πύργο. Πολλά ακόμα μέλη της οικογένειας Σέχου σκοτώθηκαν στον αγώνα του 1821, όπως τα γνωστά παλικάρια, ο Λάμπρος και ο Φώτος Σέχου, ενώ κατά την Έξοδο από την Iερή πόλη του Mεσολογγίου χάθηκαν η γυναίκα του Φώτου και τα δυο ανήλικα παιδιά τους.

Ο Ιωάννης Σέχος μετά τη Σχολή Ευελπίδων, από την οποία απεφοίτησε το 1849, εσπούδασε Γεφυροδοποιία στο Παρίσι. Με το διορισμό του στο Πολυτεχνείο ανέλαβε πέραν της Μηχανικής (και της Στατικής) και τη διδασκαλία της Υδραυλικής. Το μάθημα της Μηχανικής εδίδαξε μέχρι το 1874, οπότε απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του.

Επανήλθε στο Πολυτεχνείο το 1879 ως καθηγητής της Οικοδομικής, την οποία με ένα σύντομο διάλειμμα (1880-1882) συνέχισε να διδάσκει μέχρι το 1888.

Ο Σέχος είχε φήμη ικανοτάτου διδασκάλου και ήταν ιδιαίτερα αγαπητός μεταξύ των σπουδαστών του. Είναι χαρακτηριστικό το ότι οι σημειώσεις των «Μαθημάτων Οικοδομικής» τα οποία παρέδιδε στους σπουδαστές της Αρχιτεκτονικής (του Σχολείου των Τεχνών) ελιθογραφήθηκαν το 1886 με δαπάνη των ιδίων των σπουδαστών (!) της Γ΄ και της Δ΄ τάξης. Ο Σέχος αποστρατεύθηκε ως υποστράτηγος του Μηχανικού το 1887, πολιτεύθηκε και εξελέγη αρκετές φορές βουλευτής Κερκύρας. Απέθανε το 1901.

Στην περίοδο αυτή τα μαθήματα της Μηχανικής διδάσκονται και στους τρεις κλάδους της Βιοτεχνικής Σχολής του Σχολείου των Τεχνών (Μηχανικών, Αρχιτεκτόνων και Χωρομετρών). Όπως προκύπτει από το πρόγραμμα του «σχολαστικού έτους» 1872-1873 η Μηχανική εδιδάσκετο και στο δεύτερο και στο τρίτο έτος των σπουδών. Από το πρόγραμμα αυτό συνάγεται επίσης ότι στο τέταρτο έτος σπουδών των κλάδων Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων εισάγεται (για πρώτη φορά) ένα νέο μάθημα (άρρηκτα συνδεδεμένο με τη Μηχανική), το μάθημα της «Αντίστασης της Ύλης». Η ιστορία του συγκεκριμένου μαθήματος (το οποίο διδάσκεται μέχρι σήμερα στο Ίδρυμα) είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την παρουσία στο Σχολείο ενός νέου καθηγητού, του Αναστάσιου Σούλη.

6. Περίοδοι Δημητρίου Αντωνοπούλου (1873-1876) και Γερασίμου Μαυρογιάννη (1876-1878): Η απέκδυση του στρατιωτικού χιτώνα από τη Μηχανική

Το 1873 ο Διευθυντής του Σχολείου Δ. Σκαλιστήρης αναλαμβάνει τη Διεύθυνση του Τμήματος Δημοσίων Έργων στο Υπουργείο Εσωτερικών και παραδίδει τη Διεύθυνση του Σχολείου στον ταγματάρχη του Μηχανικού Δημήτριο Αντωνόπουλο. Από τις πρώτες ενέργειες του Αντωνοπούλου είναι ο διορισμός το Φεβρουάριο του 1874 του Α. Σούλη ως άμισθου, σε πρώτη φάση, καθηγητή της Μηχανικής σε αντικατάσταση του Ι. Σέχου. Ο Σούλης αποδέχεται το διορισμό και είναι ο πρώτος μη στρατιωτικός καθηγητής που αναλαμβάνει τη διδασκαλία του μαθήματος της Μηχανικής μετά μακρά σειρά αξιωματικών του Μηχανικού (Τσέντνερ, Κομνηνός, Βλάσης, Ηπίτης, Σκαλιστήρης, Σέχος, Αντωνόπουλος, Θεοφιλάς) οι οποίοι σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα εδίδασκαν το μάθημα μέχρι τότε.

Ο Σούλης γεννήθηκε το 1836 στο Αγρίνιο και εσπούδασε Φυσικομαθητικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ως υπότροφος του Ελληνικού Δημοσίου συνέχισε τις σπουδές του ως Μηχανικός στη Σχολή Γεφυροδοποιών στο Παρίσι. Εκτός του Πολυτεχνείου ο Σούλης υπηρέτησε και ως νομομηχανικός στην υπηρεσία Δημοσίων έργων από το 1878 μέχρι το 1885. Μάλιστα διετέλεσε και διευθυντής της συγκεκριμένης υπηρεσίας (διαδεχθείς τον Δ. Σκαλιστήρη) από το 1883 έως το 1885. Εκπόνησε σειρά μελετών για την κατασκευή υδραγωγείων σε πολλές πόλεις και διηύθυνε τον έλεγχο της κατασκευ- ής του σιδηροδρόμου Αθήνας-Λαρίσης. Πέραν των άλλων και ο πρώτος μη στρατιωτικός καθηγητής που διδάσκει μάθημα Μηχανικής στη Σχολή Ευελπίδων.

Το 1874 η υπό τον Αντωνόπουλο Δημήτριο (1821-1885), (Γεννήθηκε στα Βέρβαινα Κυνουρίας, κατετάχθη στο στρατό ως Ανθυπολοχαγός Μηχανικού το 1844. Απεστάλη επί τριετία στη Γαλλία για σπουδές τον Ιουλ. 1845. Διετέλεσε αρχηγός του επιτελείου του Αρχηγείου δυτικής Ελλάδος και έφθασε μέχρι τον βαθμό του Συνταγματάρχη (1884). Διετέλεσε καθηγητής του στρατιωτικού σχολείου, υπασπιστής του Αρχηγείου Επτανήσου, δντης του σχολείου Τεχνιτών, φρούραρχος Αθηνών και Λαρίσης. Το 1874 διωρίσθη και διετέλεσε καθηγητής στο σχολείο των Τεχνών συνάμα δε και Δντης αυτού κατά τη περίοδο 1874-76 οπότε και παρητήθη. Απεβίωσε την 9η Σεπ.1885.)

Το 1874 η υπό τον Αντωνόπουλο Διεύθυνση του Σχολείου αποφασίζει τη σύσταση έδρας Κινηματικής, η οποία ανατίθεται στον αριστεύσαντα απόφοιτο του Σχολείου Νικόλαο Γαζή. Επειδή όμως αυτός το επόμενο έτος (Ιούλιος 1875) μεταβαίνει στο Παρίσι για μεταπτυχιακές σπουδές, το μάθημα της Κινηματικής ανατίθεται προσωρινά στον Α. Σούλη. Έτσι από το σχολικό έτος 1875-76 ο Σούλης διδάσκει «Μηχανική», «Κινηματική» και «Αντίσταση της Ύλης», όχι πλέον ως άμισθος αλλά με επιμίσθιο (λόγω της απασχόλησής του και ως νομομηχανικού) 120 δρχ. Ο Σούλης υπηρέτησε το Πολυτεχνείο για μακρότατο χρονικό διάστημα, πλέον των τριάντα πέντε ετών (!), και απομακρύνθηκε για πολιτικούς λόγους το 1910.

7. Περίοδος Αναστασίου Θεοφιλά (1878-1901): Η γέφυρα με το «σήμερα» της Μηχανικής

Τχης (ΜΧ) Αναστάσιος Θεοφιλάς,o Μεταρρυθμιστής του «Σχολείου των Βιομηχάνων Τεχνών»

Το 1878 οι στρατιωτικοί επανέρχονται στη Διεύθυνση του Ιδρύματος με τον ταγματάρχη Αναστάσιο Θεοφιλά να αναλαμβάνει τα σχετικά καθήκοντα στις 25 Δεκεμβρίου 1878.

Ο Θεοφιλάς επεδίωξε την περαιτέρω αναβάθμιση των σπουδών ιδιαίτερα στο «Βιοτεχνικό Τμήμα» θεωρώντας άτοπη την απ’ ευθείας εισαγωγή σπουδαστών χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση. Οι προσπάθειές του θα καρποφορήσουν σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, όταν με την μεταρρύθμιση του 1887 (νόμος ΑΦΜΑ΄ – 27/5/1887) θα ιδρυθεί το «Σχολείον των Βιομηχάνων Τεχνών» με τρεις Σχολές: «Πολιτικών Μηχανικών», «Μηχανουργών» και «Γεωμετρών και Εργοδηγών». Με τη μεταρρύθμιση αυτή πλέον το Πολυτεχνείο εισέρχεται στην τρίτη φάση της λειτουργίας του ως Ανωτέρα Τεχνική Σχολή.

Όσον αφορά τα σχετικά με τη Μηχανική μαθήματα από την ανάληψη της διεύθυνσης από τον Θεοφιλά μέχρι και τη μεταρρύθμιση του 1887 μία μόνο αλλαγή αναφέρεται: Το Φεβρουάριο του 1881 διορίζεται καθηγητής της «Εφηρμοσμένης Μηχανικής» ο Ιάσων Ζωχιός. Ο όρος Εφηρμοσμένη Μηχανική συναντάται για πρώτη φορά, είναι δε η εισαγωγή του παράδοξη και μάλλον πρωθύστερη, δεδομένου ότι επισήμως η Μηχανική διαιρείται σε Θεωρητική και Εφηρμοσμένη μόλις το 1887.

Ο Ιάσων Ζωχιός αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στη χορεία των καθηγητών του ΕΜΠ. Με πολύ καλές σπουδές Τεχνικών Επιστημών στο Παρίσι (στην «εν Παρισίοις Αυτοκρατορική Κεντρική σχολή», όπως συνήθιζε να αναφέρει ο ίδιος) διέπρεψε ως μηχανικός στο Πολεμικό Ναυτικό και πραγματοποίησε πρωτότυπη έρευνα σε πολλά επιστημονικά πεδία (επινόησε τορπίλη και νάρκη, τελειοποίησε τα πρώτα θωρηκτά του Πολεμικού Ναυτικού, οργάνωσε μετεωρολογικό σταθμό). Από την αναδίφηση των αρχείων προκύπτει ότι τη Μηχανική εδίδαξε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι στους καταλόγους διδασκόντων αναφέρεται ως διδάσκων τη Σιδηροδρομικήν και την Τσιγκογραφία.

Ο Ζωχιός ήταν εξαιρετικά ανήσυχο πνεύμα και εφημίζετο για την αρτιότητα του χαρακτήρα, την ηθική και το σατιρικό του πνεύμα. Είναι χαρακτηριστικό (για τον ίδιο και για την εποχή του) το φυλλάδιο που ετύπωσε το 1867 όταν εθεώρησε ότι διδάκτωρ της Ιατρικής και υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών εξέδωσε σύγγραμμα του οποίου η ποιότητα δεν ήταν αντάξια του κύρους του Πανεπιστημίου.

Ο φόρτος εργασίας προξένησε δυστυχώς διανοητική υπερκόπωση και διαταραχή στο λαμπρό αυτόν επιστήμονα και το 1884 ο Θεοφιλάς υποχρεώθηκε να τον αντικαταστήσει με τον άρτι επανακάμψαντα από το Παρίσι Νικόλαο Γαζή. Χαρακτηριστικό της φιλεργίας του Ζωχιού είναι ότι εξέδωσε το διδακτικό σύγγραμμά του «Μαθήματα Σιδηροδρομικής» (λιθογραφήθηκε από το Ίδρυμα Δ. Θωμαΐδου) την περίοδο ακριβώς (1884) που η συνεχιζόμενη επιβάρυνση της υγείας του τον υποχρέωσε να απομακρυνθεί από το ίδρυμα.

Πηγή: 170 Πολυτεχνείο οι μηχανικοί και η τεχνολογία στην Ελλάδα ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ Τόμος Α΄ Αθήνα 2012 (από σελίδα 40 έως και 52 του pdf)

H διδασκαλία της Μηχανικής και της Αντοχής των Υλικών στην πρώιμη περίοδο του ΕΜΠ (1837-1917), Σταύρος Κ. Κουρκουλής.

O Σταύρος Κ. Κουρκουλής είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Μηχανικής Ε.Μ.Π., Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών, Τομέας Μηχανικής

Αρχείο pdf Υπτγου ε.α. Αγγελόπουλου Ανδρέα – Επιμέλεια κειμένου και ΦΩΤΟ: Σχης(ΜΧ) Μπατσικώστας Γεώργιος

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *