Ιστορίες Ανθυπολοχαγών Μηχανικού του 716 ΤΜΧ – 1983

(απόσπασμα βιογραφίας Υπτγου (ΜΧ) ε.α. Αγγελόπουλου Ανδρ.)

ΜΕΓΑ ΔΕΡΕΙΟ Ιαν. 1984. Δεν πρόλαβα να καθίσω στα Βρυσικά και με κάλεσε ο Δκτης λέγοντας μου ότι θα φύγω κλιμάκιο αποχιόνισης στο Μέγα Δέρειο, να ετοιμάσω τη Δρια μου, ένα Π/Θ Γαιών, ένα Ισοπεδωτή (γκρέιντερ) και 2 γενικής χρήσης οχήματα τα υπόλοιπα να ρωτήσεις το 3ο γραφείο…ούτε πόσο θα έμενα, ούτε που θα έτρωγαν οι στρατιώτες, ούτε που θα ανέφερα, τι εργασίες θα έκανα…

Ευτυχώς ο Λγος του 3ου γραφείου μου εξήγησε λίγα πράγματα και μου έδωσε οδηγίες να ετοιμάσω τα υλικά που θα έπρεπε να πάρω. Επενδύτες ισχυρού ψύχους, γαλότσες μηρού και κνήμης, σκαπανικά, γάντια, σκουφιά, κονσέρβες, διπυρίτες (γαλέτα), γάλατα κλπ. Χάρτες της περιοχής και του δρομολογίου που οδηγούσε από το χωριό Μάνδρα μέσω Μικρού και Μεγάλου Δερειου στις Σάππες Κομοτηνής και ήταν όπως μου εξήγησε το δρομολόγιο συμπτύξεως της 16ης Μεραρχίας, το οποίο θα έπρεπε να μένει διαρκώς ανοικτό από το χιόνι. Θα πήγαινα στο Λόχο του 518 Τ.Πεζικού προκάλυψης που ήταν στο Μ. Δέρειο και θα έπρεπε να πάρω φύλλα μισθοτροφοδοσίας για τους στρατιώτες μου. Μου εξήγησε ότι λίγο έξω από το χωριό ήταν ένα ΤΕΦ (τάγμα εφοδιασμού του ΣΕΜ) από όπου θα έπαιρνα καύσιμα…

Έχοντας την τραυματική εμπειρία της Βύσσας, ήμουν τώρα πολύ πιο προσεκτικός, ζήτησα από το γραφείο μηχανημάτων τους καλύτερους χειριστές και από το γραφείο κινήσεως τον καλύτερο ρυμουλκύστα να μου ανεβάσει σε ένα οφιοειδές ανηφορικό στενό δρόμο, τα μηχανήματα μέσα στο χειμώνα γεμάτο πάγο και χιόνι. Φύγαμε φάλαγγα με δυο ρυμουλκά με τα δυο μηχανήματα, θα έμενε το ένα και το άλλο θα γύριζε στο τάγμα, αφού ξεφόρτωνε τον Ισοπεδωτή. Στη διαδρομή είχαμε ένα πρόβλημα, το ρυμουλκό που είχαμε πάνω την μπουλντόζα έπαθε πρόβλημα στο σύστημα πεδήσεως, «κουτσούροσαν τα φρένα κ. Ανθλγε…» μου είπε ο οδηγός, δεν ήξερα τότε τι ήταν αυτό, μήπως και αυτός ήξερε….κατεβάσαμε την μπουλντόζα και την πήγε πορεία ο χειριστής είμαστε 2-3 χλμ από το λόχο του 518 ΤΠ.

Φτάσαμε στο Μ. Δέρειο, δεν ήξερα ότι ήταν πομακοχώρι με μουσουλμανικό πληθυσμό, πρώτη φορά έβλεπα τζαμί ενεργό με το χότζα να ανεβαίνει και να φωνάζει τους πιστούς για προσευχή…οι γυναίκες είχαν καλυμμένο το πρόσωπο τους με μαντήλα και γιασμάκι, οι νεότερες φορούσαν μόνο τη μαντήλα και έβλεπες τα γαλανά τους μάτια, το λευκό του προσώπου τους και μάντευες ότι ήταν ξανθομαλλούσες, απίστευτης ομορφιάς…

Για καλή μου τύχη, Δκτης στο λόχο του 518 Τάγματος Προκαλύψεως με τα βουλγαρικά σύνορα τώρα, (βρισκόμασταν στη Ροδόπη) ήταν ο συμμαθητής μου ο Χρίστος Κ………. από τη Σχολή Ευελπίδων. Ένας τρελός κρητικός, κοντούλης ασχημομούτσουνος, ψευτοτσαμπουκάς, διαλυματίας στη σχολή και μέγας καμπαναδόρος, ήταν συνεχώς τιμωρημένος…όταν ήλθε να με δει ήταν ζωσμένος στα άρματα…αριστερά το πιστόλι μπράουνιγκ 0,45 το υπηρεσιακό, δεξιά περίστροφο πολιτικό 0,38, και πίσω σε θήκη στη ζώνη κυνηγετικό μαχαίρι…Ρε Χρίστο πάμε για πόλεμο? Εγώ δεν έφερα οπλισμό μαζί μου..μου λέει «κάτσε εδώ μαλάκα και θα δεις…γιατί είμαι έτσι…».

Εγκατασταθήκαμε στο φιλόξενο λόχο του 518 ΤΠ με το Χρίστο που είχε τρελαθεί και έβλεπε παντού εχθρούς, να έχει το τυφέκιο FN με διόπτρα νυχτερινής σκοπεύσεως στο γραφείο και να σημαδεύει απέναντι σε ένα παλιό τζαμί που τη νύχτα ακούγονταν θόρυβοι…Χιόνι δεν είχε πολύ, καθαρίσαμε το δρόμο με τον Ισοπεδωτή μέχρι τη θέση «Άρης» που ήταν δική μας ευθύνη και περνούσαμε τις μέρες μας στο γραφείο και σε μία ΠΑΠ (Προκεχωρημένη Αποθήκη Πυρομαχικών) που ήταν μέσα στο Λόχο προκαλύψεως του 518 Τ.Π. και ο Χρίστος το έπαιζε στρατοπεδάρχης και ζητούσε αναφορές από ένα Αρχιλοχία που ήταν στην ΠΑΠ και όλο τσακώνονταν…

Η περιοχή είχε κυνήγι και εγώ τρωγόμουν που δεν πήρα το όπλο μαζί μου…ένα Σάββατο κατέβηκε ο Χρίστος στο Διδυμότειχο (ήταν παντρεμένος με τη Σ….., μια Ανθλγο από τις πρώτες που ήλθαν στο στρατό επί ΥΕΘΑ Αβέρωφ, βίος και πολιτεία, μετά χώρισαν..), του λέω δεν με παίρνεις μαζί σου να πάω ως τα Βρυσικά να πάρω το Φόρντ Έσκορτ να το έχω εδώ να πηγαίνω για κυνήγι και καμιά βόλτα στο Μικρό Δέρειο που ήταν κεφαλοχώρι και είχε καφετέρια..και παντοπωλείο…έτσι και έγινε ανέβασα το αυτοκίνητο και την καραμπίνα που την είχα συνεχώς μέσα…

Πηγαίνοντας για τις αποχιονίσεις έβλεπα τις δενδρότσιχλες να κάθονται σμήνος πάνω στις βελανιδιές, στο χωριό μου τις κυνηγούσαμε απηνώς όταν έρχονταν τους χειμερινούς μήνες. Ανέβαινα μέχρι τη θέση «Άρης» και τις τουφεκούσα μέσα από το αυτοκίνητο, είχα βρει ένα πελοποννήσιο μάγειρα που ήξερε από μικρά φτερωτά θηράματα, γιατί στον Έβρο δεν τις κυνηγούσαν, αφού είχε τόσα άλλα θηράματα να κυνηγήσουν…μας τις μαγείρευε στο τηγάνι ή στην κατσαρόλα. Μια μέρα όπως κυνηγούσα με το αυτοκίνητο, να ένας πομάκος που πήγαινε πεζός στο δρόμο, σταμάτησα και τον πήρα, βλέπει τις δενδρότσιχλες στο πατάκι του συνοδηγού που τις ακουμπούσα, μαζεύτηκε, με κοιτούσε περίεργα, όταν τον άφησα εκεί που είχε τη στάνη του, γυρίζει και μου λέει « εγώ το βράδυ δώσει εσένα κότα…» σου λέει πεινασμένος είναι ο Ανθλγος για να μαζεύει να φάει τις τσίχλες….

Οι φαντάροι μου πήγαιναν τα βράδια στο καφενείο του χωριού που ήταν όλοι οι Πομάκοι και δεν καταλάβαινες λέξη αφού μιλούσαν τη γλώσσα τους, πήγα ένα βράδυ, ξαφνικά ακούστηκε ο χότζας στο τζαμί και έφυγαν όλοι, ήταν η ώρα της προσευχής, δεν μου άρεσε και δεν ξαναπήγα. Είχε μια μικρή λέσχη Αξκων στο χωριό, όπου τρώγαμε το μεσημέρι, ερχόταν και ένας «συναγωνιστής» δημοδιδάσκαλος, έτρωγε και έκανε παρέα μαζί μας, είχε μια μοτοσυκλέτα και γύριζε σε κάμποσα πομακοχώρια, Σιδηρώ, Ρούσσα κλπ διδάσκοντας την ελληνική γλώσσα στα μειονοτικά αυτά σχολεία, χωρίς πολύ επιτυχία αφού λίγα ελληνικά γνώριζαν οι χωρικοί. Αυτός ήταν χειρότερος από εμάς αφού μέσα στα χιόνια το κρύο και τη βροχή γύριζε με τη μοτοσυκλέτα, που φαντάζομαι το κράτος δεν του έδινε ούτε τη βενζίνη, να διδάξει τη γλώσσα μας, πάλι καλά που τον γράψαμε στη λέσχη και έτρωγε ένα φθηνό πιάτο φαγητό…

Ένα παγωμένο βράδυ καθόμαστε θυμάμαι στην ΠΑΠ στη ξυλόσομπα με τον Αρχιλοχία, χειμώνας, κρύο τρομερό, θα ήταν 23.00 η ώρα, οπότε παίρνει τηλέφωνο ο σκοπός της πύλης για ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο με τρείς αγνώστους που κατέβηκαν μες τη νύχτα, πλησίασαν στο φράχτη, έβγαλαν φτυάρια και κασμάδες και άρχισαν να σκάβουν… Σε έλεγχο που τους έκανε ο σκοπός, έφυγαν τρέχοντας, πήγαν στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο, περίμεναν καμιά ώρα και πάλι επέστρεψαν…ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για χρυσοθήρες (εκείνα τα χρόνια ανθούσαν οι μύθοι περί θησαυρών, λιρών και τα τοιαύτα που είτε είχαν κρύψει οι Τούρκοι ή οι αντάρτες στην αντίσταση που τους προμήθευαν οι Άγγλοι…).

Ενημερώσαμε το Χρίστο που ήταν και στρατοπεδάρχης που κατέφθασε, με τα πιστόλια του…έτσι εξηγιόταν οι θόρυβοι τα βράδια στο χαλασμένο τζαμί, αυτοί ήταν και όχι Βούλγαροι κομιτατζήδες που νόμιζε ο Χρίστος…τι να κάνουμε τώρα??? Λες να βρήκαν το μέρος που τα έχουν θάψει? Για να επιμένουν και να έρχονται δεύτερη φορά στο φράχτη του στρατοπέδου μας κίνησε την περιέργεια, μπήκε μέσα μας ο πυρετός του χρυσού..λες ρε μαλάκες να είναι κανένας τενεκές με λίρες λέει ο Χρίστος κουνώντας το κεφάλι του…Πήραμε τους κασμάδες και πήγαμε τα μεσάνυχτα στη μικρή τρύπα που είχαν ανοίξει οι χρυσοθήρες και αρχίσαμε να σκάβουμε, το χώμα παγωμένο δεν σκαβόταν εύκολα, σκάψαμε κανένα μέτρο μες το κρύο, βαρεθήκαμε και φύγαμε…βλακείες τους λέω, δίπλα στο φράχτη θησαυρός? Εκεί που έσκαψαν μηχανήματα για να γίνει το σενάζ της περίφραξης (ο φράκτης ήταν τύπου ΝΑΤΟ γιατί οι αποθήκες πυρομαχικών στα σύνορα με την κομμουνιστική Βουλγαρία ήταν Νατοϊκές κατασκευές, ήταν ακόμη η εποχή του ψυχρού πολέμου γιαυτό και υπήρχε εκεί ο Λόχος του 518 Τάγματος.)

Η χρυσοθηρία αυτή που δεν της έδωσα και πολύ σημασία έμελλε να μου φέρει τρομερούς μπελάδες, αφού η τύχη μου η μαύρη συνεχώς με κατέτρεχε ακόμη και στο Μ.Δέρειο…Πλησίαζε Μάρτιος μήνας, άρχισαν να λιώνουν τα χιόνια, οπού πατούσες λάσπη μέχρι το γόνατο. Μια μέρα έρχεται ο Λγος Χυτούδης από το ΤΕΦ, δυο τάξεις μεγαλύτερος μου, τον γνώριζα από τη Σχολή. Ανδρέα μου λέει δεν φέρνεις τα μηχανήματα στο ΤΕΦ να μου κάνεις ένα γήπεδο ποδοσφαίρου να παίζουν οι στρατιώτες, εγώ θα σου δώσω τα καύσιμα που θα χρειαστείς, εντάξει του λέω, άλλωστε καλό θα μας έκανε να δουλέψουμε γιατί «αργία μήτηρ πάσης κακίας…». Φώναξα το στρατιώτη Ρίσκα το χειριστή του Προωθητή (μπουλντόζας) ένα θηριώδη πυργιώτη, που το μάτι του γυάλιζε και οπού τον άφηνα να δουλέψει όλο μπελάδες μου δημιουργούσε, έπρεπε να είχε απολυθεί υπηρετούσε φυλακή…

Μια φορά στην 11η ΕΜΑ στην Ορεστιάδα, όπου κάναμε αποψιλώσεις στις αποθήκες πυρομαχικών του στρατοπέδου, είχα μέσα στο Στάγιερ ως συνήθως κονσερβοειδή και σακχαρούχο γάλα, που έπαιρνα από τον εφοδιασμό για το κλιμάκιο σαν συμπλήρωμα διατροφής, αφού συνεχώς είμαστε επ’ έργω και που να βρεις ζεστό συσσίτιο. Ρωτάω τον οδηγό μου που είναι οι κονσέρβες? χαμογελάει πονηρά…τι έγινε ρε Τάσο, τι δεν μου λες? Κύριε Ανθλγέ τις πήρε ο Ρίσκας και τις έδωσε στις κατσιβέλες για να του καθίσουν..!!!! Δίπλα στην 11η ΕΜΑ, ακόμη και σήμερα είναι συνοικίες μουσουλμάνων Ρομά (κατσίβελων..) που ο Ρίσκας έκανε μπίζνες…

Ρίσκα του λέω πάρε τη μηχανή σιγά – σιγά, εγώ θα πηγαίνω μπροστά με το Στάγιερ να πάμε στο ΤΕΦ να κάνουμε την αρχική διαμόρφωση για το γήπεδο με την μπουλντόζα και μετά θα έλθει το γκρέϊντερ να κάνει ισοπέδωση, μάλιστα κ. Ανθλγε…Πήγαμε στο ΤΕΦ, κάναμε τη διαμόρφωση του γηπέδου εκεί που μας υπέδειξε ο Χυτούδης. Να πάω τη μηχανή πίσω στον όρχο κ.Ανθλέ? με ρωτάει ο Ρίσκας, ήταν δεν ήταν 500 μέτρα απόσταση, ασφαλτοστρωμένος δρόμος, τον έβαζα και πατούσε με την μια ερπύστρια στην άκρη και την άλλη μέσα στο οδόστρωμα, για όσον το δυνατόν λιγότερη ζημιά, πήγαινε του λέω εγώ θα μείνω με τον Ι/Σ (ισοπεδωτή γαιών).

Δεν θα πέρασε μισή ώρα και τον κοιτάω να έρχεται τρέχοντας, κατακόκκινος γεμάτος λάσπες (μου έχει μείνει μέχρι σήμερα, κατάλοιπο των κλιμακίων που εργαζόμουν με στρατιώτες, όταν τους έβλεπα να τρέχουν το μυαλό μου πήγαινε στο κακό που θα μου ανακοίνωναν..) έτσι και τώρα..τι έγινε ρε χαμένε? Που είναι η μηχανή? Κ. Ανθλγε τη βούλιαξα στα χωράφια, πήγα να κόψω δρόμο για το τάγμα και βούλιαξε…!!!! Κεραυνός να με χτυπούσε θα ήταν καλύτερα…για όσους γνωρίζουν από χωματουργικά μηχανήματα, εάν βουλιάξει μπουλντόζα μόνο άλλη μπουλντόζα μπορεί να τη βγάλει…εγώ όμως είχα μόνο μία…τρελάθηκα με έπιασε πανικός…Τι να πάρω να πω στο Δκτη?? Τι δουλειά είχε ο Π/Θ στα λασπώδη χωράφια εκτός δρομολογίου αποχιόνισης? Τι δουλεία είχα εγώ να κάνω γήπεδα ποδοσφαίρου χωρίς έγκριση?? Στρατοδικείο θα με περνούσαν…και δίκιο θα είχαν..τι να κάνω τώρα? Ποιός να με βοηθήσει? Ο Χρίστος του Πεζικού που έβλεπε μπουλντόζες και φυλαγόταν ή ο Αρχιλοχίας του Υλικού Πολέμου ή ο Χυτούδης του ΣΕΜ…??? Που είναι ρε χαμένε? Πάμε να δούμε..τρέξαμε όλοι στα χωράφια μέσα στη λάσπη, ήταν ένα ρέμα με νερό που πήγε να το περάσει, βούλιαξαν οι ερπύστριες, αλλά είχε προλάβει και ακούμπησε τη λεπίδα στην έναντι όχθη. Οι ερπύστριες δεν φαίνονταν πουθενά, γύριζαν μέσα στο βούρκο, ευτυχώς έπαιρνε εμπρός η μηχανή. Τώρα μου είχαν δώσει υδραυλική μπουλντόζα D7 και όχι τη «μανταλένα» με το συρματόσχοινο.

Τη βάζαμε μπροστά, πατούσε τα υδραυλικά της λεπίδας, ανασηκώνονταν η μηχανή, φαίνονταν οι ερπύστριες, όταν άφηνε τους λεβιέδες χάνονταν ξανά…Φωνάζω το χειριστή του γκρέϊντερ να φέρει στη άκρη του χωραφιού τον Ι/Σ, να μπορέσουμε με το συρματόσχοινο να την τραβήξουμε…Χαζομάρες απειρίας Ανθλγου…αντί ο χειριστής να μου πει ότι το λαστιχοφόρο θα βούλιαζε αμέσως, πήγε και το έφερε, (είχαν και οι φαντάροι πάθει σοκ καταλαβαίνοντας το κακό που μας βρήκε, ήταν σαν τρομαγμένα κλωσσόπουλα)…βέβαια το γκρέϊντερ με το που πάτησε στο σπαρμένο χωράφι βούλιαξε αμέσως… Οπότε τώρα τα είχα βουλιάξει και τα δυο, κρύος ιδρώτας με έλουζε, έξω η θερμοκρασία ήταν μείον και εγώ ίδρωνα…Μάζεψα τα φαντάρια είχα καμιά δεκαπενταριά..τα έβαλα στο Στάγιερ και πήγαμε στο λόχο του 518 ΤΠ να ηρεμήσω και να σκεφτώ τι να κάνω!!! Μαύρες σκέψεις μου περνούσαν από το μυαλό…σκεφτόμουν να φύγω στη Βουλγαρία να ζητήσω άσυλο..να πάρω τηλέφωνο το Δκτη μου αδύνατο..ήξερα ότι θα έπλεκα άσχημα και εάν δεν περνούσα στρατοδικείο, η ποινή μου θα ήταν αυστηρή…

Εκεί που καθόμουν απελπισμένος και έκλαιγα τη μοίρα μου, βλέπω από το παράθυρο του θαλάμου στοίβες από ξύλινους στρωτήρες γραμμών του τραίνου που είχαν δοθεί στο 518 Τ.Π να φτιάξει σκέπαστρα. Τις έδινε ο ΟΣΕ στο στρατό, όπου αντικαθιστούσε τους ξύλινους με τσιμεντένιους…(εφευρετικός και πολυπράγμων επί των κατασκευών, επινοητικός από μικρό παιδάκι έφτιαχνα τα παιχνίδια μόνος μου, με ένα σκεπάρνι και ένα πριόνι στο χέρι έκανα κλούβες για κουνέλια, κοτέτσια και ότι κατασκευή χρειάζονταν το σπίτι αφού δεν μπορούσε ο πατέρας μας, αλλά και στη διάρκεια της ζωής μου «έπιανε το χέρι μου»), μου κατέβηκε μια ιδέα που με έσωσε…Αν έπαιρνα τους στρωτήρες του ΟΣΕ που ήταν ξύλινοι κορμοί 2 μέτρων και πάχους 0,30 μ. και «τάϊζα το βούρκο, βάζοντάς τες κάτω από τις ερπύστριες που όταν πατούσε τα υδραυλικά της λεπίδας σηκώνονταν και γυρνούσαν αφήνοντας κενό από κάτω? Θα έκανα σταθερή ξύλινη πλατφόρμα που θα ανασήκωνε τη μπουλντόζα. Τι είχα να χάσω? Ο απελπισμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Φορτώνοντας το Στάγιερ με 50 στρωτήρες θα το άφηνα στην άκρη στο χωράφι, θα τους πηγαίναμε στην πλάτη μέχρι την μπουλντόζα, θα φορούσα σε δυο φαντάρια γαλότσες μηρού να ταΐζουν το βούρκο με στρωτήρες, κάτω από τη μηχανή ανεβοκατεβάζοντας την, πιέζοντας με το βάρος της τους στρωτήρες μέχρι να σταθεροποιηθούν… είχα μια πιθανότητα να την βγάλω…

Φωνάζω το Χρίστο λέγοντας του την ιδέα μου και να με αφήσει να πάρω τους στρωτήρες, δεν είχε αντίρρηση…Κάνω προσκλητήριο στα φαντάρια μου με πρώτο – πρώτο το Ρίσκα, θα γεμίσουμε τους λέω το Στάγιερ στρωτήρες, θα τους πάμε στο χωράφι που βούλιαξε η μηχανή, από εκεί στους ώμους θα τους κουβαλήσουμε στο ρέμα..εκεί θα σας πω τι θα κάνουμε, έβαλα δυο να φορέσουν γαλότσες μηρού, ήταν τρομαγμένοι καταλαβαίνοντας τη δεινή θέση που είμαστε…Ρεμάλια τους λέω ή θα την βγάλουμε ή θα φύγουμε στη Βουλγαρία…εγώ το Δκτη δεν τον παίρνω τηλέφωνο, εσένα Ρίσκα πριν φύγω θα σε εκτελέσω με την καραμπίνα…(ο έλληνας φαντάρος είναι απείθαρχος, μπορεί να κάνει ότι βλακεία του κατέβει στο κεφάλι, και άρχισα να το μαθαίνω, οδυνηρό τίμημα πληρώνοντας, αλλά όταν καταλάβει τον κίνδυνο και την ανάγκη δείχνει το φιλότιμο που χαρακτηρίζει τη φυλή μας…). Σαν τα μυρμήγκια κουβαλούσαν δυο – δυο τους στρωτήρες, ο Ρίσκας πιέζοντας τα υδραυλικά της λεπίδας ανασήκωνε τη μηχανή και βάζαμε κάτω από τις ερπύστριες ξύλινους στρωτήρες, θα έφαγε καμιά εικοσαριά οπότε βλέπω σιγά – σιγά να ανασηκώνεται και να φαίνονται τα πέδιλα των ερπυστριών. Κατάλαβα ότι η ιδέα μου δούλεψε, το έβλεπαν και οι στρατιώτες και κινούμενοι ταχύτατα έριχναν στρωτήρες, ανέβηκε αρκετά, οπότε του λέω του Ρίσκα σήκωσε λεπίδα και βάλε κίνηση στο τρικουβέρτο με φουλ γκάζι…

Βρυχήθηκε η μηχανή και αφού είχε κάνει ξύλινη βάση με τους στρωτήρες ξεκόλλησε φεύγοντας μπροστά…Το τι έγινε δεν περιγράφεται..τα φαντάρια γεμάτα λάσπες να χοροπηδούν, να φωνάζουν, να πετούν τα τζόκεϊ στον αέρα και να φιλιούνται…ήταν η δική τους χαρά που έσωσαν τον Ανθλγο, πληρώνοντας με κούραση, αγωνία και φόβο τη βλακεία του Ρίσκα. Πήραμε την μπουλντόζα και ξεκολλήσαμε και το γκρέϊντερ, γυρίζοντας πεθαμένοι στο λόχο του 518 Τ.Π. Μερικές μέρες αργότερα τους είδα να κρυφοχαμογελάνε, ένδειξη ότι κάτι ήθελαν να μου πουν..τι είναι ρε, τι τρέχει? Ξέρετε κ. Ανθλγε ο Ρίσκας δεν πήγε να κόψει δρόμο από το χωράφι και βούλιαξε τη μηχανή, αλλά ένα βράδυ στο καφενείο με κάποιο πομάκο έπιασε κουβέντα για τις λίρες, του είπε το μέρος ο πομάκος και πήγαινε εκεί να σκάψει να τις βρει με την μπουλντόζα….!!!!! Πάλι το κυνήγι του χαμένου θησαυρού λίγο έλλειψε να μου στοιχήσει τη ζωή μου…η τύχη μου έδειχνε τα δόντια της από νωρίς…

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *